Sunday, August 31, 2008

Η χούντα Κόκκαλη- Ολυμπιακού



«Tα κοντέρ γράφουν, 13 χρόνια χωρίς
πρωτάθλημα, 14 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα.
Μάλλον έχουμε διαφορετικά κοντέρ.
Κι από το 1967 ως το 1974, κανείς δεν κέρδισε τις εκλογές…»
Ντέμης Νικολαϊδης/ πρόεδρος ΠΑΕ ΑΕΚ
22.8.2008



Η τελική βαθμολογία μιας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης είναι ο αριθμητικός δείκτης της αγωνιστικής ποιότητας κάθε συμμετέχοντα συλλόγου σε αυτήν, καθώς δεν είναι απόρροια ενός, δύο ή έξι αγώνων αλλά μιας ολόκληρης σειράς αγώνων, μιας πολύμηνης κούρσας, που στο τέλος καθένας παίρνει ό,τι πραγματικά αξίζει.

Την τελευταία δεκαετία στην χώρα μας οι τελικές βαθμολογίες (οι κατά έτος δηλαδή δείκτες της αγωνιστικής ποδοσφαιρικής αξίας) υποβάλλονται σε συστηματική αλλοίωση με συνέπεια την δημιουργία ποδοσφαιρικής χούντας, που γνωρίζει πολλές και διάφορες μεθόδους ώστε κάθε χρόνο πρωταθλήτρια να αναδεικνύεται η ομάδα που υποστηρίζεται σχεδόν από την μισή Ελλάδα, η ομάδα του Σωκράτη Κόκκαλη. Η απόδειξη ύπαρξης της ποδοσφαιρικής χούντας δεν είναι εύκολο πράγμα, αφενός διότι όταν υπάρχουν απτές αποδείξεις δεν υπάρχει ουσιαστική παρέμβαση της Ελληνικής Δικαιοσύνης (αλησμόνητες οι ηχογραφημένες συνομιλίες παραγόντων διαιτησίας που ομολογούσαν καθαρά «ο Ολυμπιακός και το Αιγάλεω να κερδάνε (sic) και οι άλλοι να πα’ να γαμηθούν!») και αφετέρου όταν πια οι διαιτητικές αδικίες και οι περίεργες αποφάσεις σε θέματα αθλητικής δικαιοσύνης είναι εξόφθαλμες, η μεγάλη μάζα των ερυθρόλευκων οπαδών και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης φροντίζουν ώστε κάτι τέτοια να περνάνε αναίμακτα και στο ντούκου.


Την απόδειξη λοιπόν για το γεγονός ότι εδώ και μια δεκαετία λειτουργεί η χούντα του Ολυμπιακού την βρίσκουμε σε καταστάσεις και φανερώσεις σε πεδία που η χούντα αδυνατεί να αναμιχθεί και να επηρεάσει προς το συμφέρον της. Το απόλυτο ξεβράκωμα του αποκλεισμού από την Ανόρθωση είναι η τελευταία απόδειξη που έχουμε. Διότι αντί για τον Ολυμπιακό που βγήκε πρώτος στη βαθμολογία της ΕΠΟ νομίζω ότι προκριματικούς Champions League θα έπρεπε να δώσει η ομάδα με τους περισσότερους κερδισμένους βαθμούς μέσα στα γήπεδα, η ομάδα με την καλύτερη άμυνα, την καλύτερη επίθεση, με τις περισσότερες νίκες, τον πρώτο σκόρερ της διοργάνωσης στις τάξεις της και με μια συγυρισμένη τεσσάρα στον υποτιθέμενο πρωταθλητή, δηλαδή η ΑΕΚ. Αντ’ αυτού έχουμε τον δεύτερο Παναθηναικό να περνάει στους χρυσοφόρους ομίλους (θα μπουν στα ταμεία του κοντά στα 18.000.000 ευρώ), τον «πρώτο» Ολυμπιακό να προσπαθεί για Uefa και την «τρίτη» ΑΕΚ να αποκλείεται από το Uefa που θα έπρεπε να παίζει ο Παναθηναϊκός ή ο Ολυμπιακος αν δεν υπήρχε η περιβόητη ένσταση. Μύλος, μπέρδεμα και αλχημείας το ανάγνωσμα…


Η αλήθεια είναι πάντως πως τούτη η ιδιότυπη χούντα δουλεύει με σύστημα και απόλυτη προσήλωση στον στόχο της, που δεν είναι άλλος από το να παίρνει με κάθε κόστος ο Ολυμπιακός τουλάχιστον έναν βαθμό παραπάνω στην τελική βαθμολογία απ’ τους αντιπάλους του ή να υπερτερεί ακόμη και στην ισοβαθμία. Στόχος που πετυχαίνετε με χίλιους δυο τρόπους. Από δεκάδες ανύπαρκτα πέναλτι μέχρι γηπεδική τρομοκρατία (Ριζούπολη, Καραϊσκάκη) και περίεργες ενστάσεις. Πέρυσι ο Ολυμπιακός έκανε όλες κι όλες 3 ήττες και τη μία από τον Απόλλων Καλαμαριάς την έσβησε!

Σίγουρα, όλες οι μεγάλες δυνάμεις, η Ρεάλ Μαδρίτης, η Μίλαν, ο Εδεσσαικός έχουν πάρει ευνοϊκά σφυρίγματα αλλά όταν τύχει να σέρνονται στο γήπεδο δεν θα τις σώσει καμιά βαριά φανέλα και κανένας διαιτητής. Το μοναδικό παγκοσμίως φαινόμενο, να πρέπει να κερδίζει παντού και πάντα ο Ολυμπιακός ακόμη και όταν σέρνεται, λες και πρόκειται για Προεδρικό διάταγμα, δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Διότι ας αναλογιστούμε λίγο πως γίνεται και μια ομάδα χάνει έναν τίτλο, πότε η χρονιά της θεωρείται αποτυχημένη: μπορεί για παράδειγμα να μη «δέσουν» μεταξύ τους οι ποδοσφαιριστές, μπορεί να μην αντέξει στις υποχρεώσεις εντός και εκτός συνόρων ή ακόμη να φύγει στη μέση της περιόδου ο προπονητής. Τέτοιου είδους προβλήματα δεν επηρεάζουν ποτέ τον Ολυμπιακό καθώς στα δύσκολα βάζει στοργικά πλάτη η χούντα, για να τα ξεπερνάει. Ας σκεφτούμε μόνο πόσοι υπηρεσιακοί προπονητές με φτωχές ικανότητες και ελλιπή εμπειρία πήραν τίτλο στον πάγκο του. Τόσο σούπερ ομάδα είναι που να μη την αγγίζει κανένα πρόβλημα και να κατακτά 11 στα 12 πρωταθλήματα; Και γιατί η ίδια σούπερ ομάδα καταντά ο περίγελος έξω από τα όρια της επικράτειας της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας του Βασίλη Γκαγκάτση;

Δυστυχώς το κατεστημένο, ζοφερό κλίμα πνίγει κάθε ελπίδα ώστε το ποδόσφαιρο να γίνει και πάλι χαρά, διασκέδαση, παιχνίδι. Όμορφες ιστορίες και ποδοσφαιρικοί μύθοι αποδομούνται με συνοπτικές διαδικασίες προς ικανοποίηση του διορισμένου πρωταθλητή και του προέδρου του. Ποδόσφαιρο όμως δίχως μύθους δεν έχει αξία. Και φέρνω ένα απλό παράδειγμα: ο Ριβάλντο, η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική φυσιογνωμία που πέρασε από τη χώρα μας, εκδιώκεται απ΄ την προηγούμενη ομάδα του, καταλήγει σε αντίπαλη ομάδα πρόεδρος της οποίας είναι πρώην παίκτης που την σώζει από χρεοκοπία και μαζί την οδηγούν στην κατάκτηση του τίτλου έπειτα από πολλά χρόνια… Για κάτι τέτοιες ιστορίες αξίζει να ασχολείται κανείς με το ποδόσφαιρο και όχι για το ποιος την έχει μεγαλύτερη. Την τροπαιοθήκη… Αλλά και να κατακτούσε η ΑΕΚ τον τίτλο ποιο το νόημα αφού από την επόμενη κιόλας μέρα θα άρχιζε η απομυθοποίηση και οι ειρωνείες αφού εκείνοι πήραν δέκα μαζεμένα κάνοντας το ένα δώρο; Δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα, καμία γλυκύτητα.

Και πάει κάπως έτσι με φουλ φανατισμό, βία, αμπαλοσύνη και καφρίλα. Τιμητές των πάντων οι Πουρουπουπούδες, οι Μίχοι, η φυλλάδα ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ (που σε παίρνει απλό μαλάκα και σε κάνει πρωταθλητή της μαλακίας) και ο Τσουκαλάς, ζωντανό επιχείρημα στην φαρέτρα υποστηρικτών των εκτρώσεων.

Αν πράγματι η νεοσύστατη Super League έχει στόχο την επιστροφή του κόσμου και να μην πέφτει καρφίτσα στα γήπεδα, τότε πρέπει να αναλάβει η ίδια την Αρχή διαιτησίας και την αθλητική δικαιοσύνη και όχι η ΕΠΟ, η αποκαλουμένη και Εταιρεία Προστασίας Ολυμπιακού. Χωρίς αλλαγές στους δυο πυλώνες του ελληνικού πρωταθλήματος φοβάμαι πως σε λίγα χρόνια όχι μόνο θα πέφτει καρφίτσα, αλλά θα κάνει και περισσότερο θόρυβο από τους λιγοστούς φιλάθλους...


υγ. Αν τα παραπάνω ξενίζουν τον αναγνώστη που τυγχάνει ερυθρόλευκος και θεωρεί πως η μισή Ελλάδα τον μισεί επειδή τον ζηλεύει (έλεος!), του προτείνω το εξής απλό πείραμα: στον επόμενο ευρωπαϊκό αγώνα του Ολυμπιακού ας κλείσει τον ήχο της τηλεόρασης κι ας ακούσει εκείνο το βουητό επιδοκιμασίας που ακούγεται πάνω από κάθε ελληνική πόλη, όταν η ομάδα του δέχεται γκολ από ξένο σύλλογο.

Saturday, August 16, 2008

Ο Πετρέλης ως Βέλτσος, ο Βέλτσος ως ανυπαρξία


Συμβαίνει κάποιες φορές να ξεγλιστρούν στην σχεδόν δικτατορική playlist των ραδιοφωνικών σταθμών δημιουργίες που με αυτό που θέλουν να πουν καταφέρνουν να υπερβούν την ίδια τους την φόρμα και να ξεχωρίσουν, έστω κι αν το καλούπι τους είναι το καθιερωμένο ελαφροτράγουδο. Πρόσφατη τέτοια δημιουργία (ευχάριστη έκπληξη) το τραγούδι «Ξύπνα Θανάση» του συμμετέχοντα σε talent show Θάνου Πετρέλη, σε στίχους του επιτυχημένου (στο είδος του) Φοίβου. Το τραγούδι περιγράφει πολύ εύστοχα καταστάσεις και συμπεριφορές της ελληνικής κοινωνίας και θέτει ξεκάθαρα το πιο ουσιαστικό ερώτημα των ημερών μας: που πάμε;

Ενδεικτικά μερικοί στίχοι: «Είναι η γενιά του facebook των emo και του καφέ», «τσάμπα παλεύεις με τα σίδερα θα στο ξαναπώ, γουστάρει πλαδαρούς φαρδύκωλους με Rolex χρυσό», «λάβε δράση είναι η ώρα μηδέν, μωρό δεν πέφτει άμα δεν έχεις ένα turbo cayenne», «δεν ενδιαφέρεται για καλλιτέχνη με ιδανικά, ψάχνει μεγάλο βιοτέχνη με χοντρό κουμπαρά», «δουλεύω σαν το σκύλο μπας και πάρω μια Mercedes», «δεν είναι ο Βούδας ο Αλλάχ δεν είναι ούτε ο Χριστός, είναι δολάριο το Euro και ο μαύρος χρυσός», «Παιδιά υπάρχει κρίση, αντίθετα στην φύση, παρέα όλοι πάμε, μ' ανάθεμα που πάμε».

Οι παραπάνω διαπιστώσεις ίσως να μη καλύπτουν το χαώδες κενό που αφήνει η ελληνόφωνη (μα καθόλου ελληνική) διανόηση αλλά είναι προτιμότερες από διανοουμενίστικα παραληρήματα και τσιτάτες ασυναρτησίες που τελικά ούτε τον μοναδικό τους σκοπό καταφέρνουν να εκπληρώσουν, αυτόν της εφήμερης, πνευματώδους περιαυτολογίας. Το απόσπασμα από την συνέντευξη του πανεπιστημιακού, Γιώργου Βέλτσου (BHMagazino 6.7.08) είναι αποκαλυπτικό:

«Ο Βέλτσος δεν υπάρχει. Υπάρχει το ομοίωμά του κάθε φορά. Η μάσκα του κάθε φορά. Το ομοίωμα το οποίο καλύπτει ένα προηγούμενο ομοίωμα, ad infinitum, σαν το κρεμμύδι, όπου κανείς, βγάζοντας τις μάσκες, τα ομοιώματα, μπορεί να φτάσει στο μηδέν, στο τίποτα. Αυτός που είναι κάτι είναι ο μη Βέλτσος, ο αντι-Βέλτσος».

Συγκρίνοντας στίχους και συνέντευξη βάσει του αρχαίου χρήσιμου ρητού «σοφόν το σαφές», ο απλός παρατηρητής καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο Θάνος Πετρέλης είναι λαμπρότερος στοχαστής από τον Γιώργο Βέλτσο, κρίση που θα ήταν πράγματι ισοπεδωτική αν είχε μείνει κάτι όρθιο από παρόμοιες παπαρολογίες που εκτοξεύουν αφειδώς κι άλλα επιφανή πρόσωπα της ελληνόφωνης διανόησης. Μιας στρατευμένης, κρατικοδίαιτης διανόησης, καθόλου ετερόκλητης, μονόχνωτης και μηδενιστικής.

«Η Ελλάς είναι μία από τις ελάχιστες χώρες, αν όχι η μοναδική, η οποία ζει κάτω από την καταθλιπτική επιρροή της Αριστεράς. Οι οργανικοί διανοούμενοι της χώρας μας (πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, δημοσιογράφοι), όλοι όσοι διαμορφώνουν τους όρους του δημοσίου διαλόγου, ανήκουν στην Αριστερά. Δείτε τα αποτελέσματα των εκλογών στους πανεπιστημιακούς καθηγητές και τους δημοσιογράφους της ΕΣΗΕΑ, νομίζει κανείς ότι βρισκόμαστε σε χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού.» (Χρήστος Χαρίτος)

Ο ελληνόφωνος διανοούμενος αποτελεί μοναδικό φαινόμενο παγκοσμίως. Μίξη αριστερού που κατηγορεί τον ατομοκεντρισμό από συνήθεια, ενώ ο ίδιος έχει σκαρφαλώσει στις ανώτερες βαθμίδες ιδιοτέλειας, δεν χάνει ευκαιρία να κατακρίνει, να λοιδορήσει και να λασπολογήσει κάθε τολμητία που του θυμίζει ψήγματα συλλογικότητας. Πως να “βρεθούμε”, να συν-εννοηθούμε, να δούμε τελικά που πάμε όλοι μαζί, τι θα γίνει με το εμείς όταν η μόνη έγνοια των καλλιεργημένων του τόπου είναι η συστηματική αποδόμηση της έννοιας της πατρίδας. Γιατί πως αλλιώς να πούμε το συλλογικό εμείς, τους θεσμούς, τα ήθη, την όποια σύγχρονη κουλτούρα μας εκτός από πατρίδα, λέξη απαγορευμένη και κυρίως διαστρεβλωμένη του κανονικού της νοήματος;

Είναι να λυπάται κανείς τους καλλιεργημένους (υποτίθεται) αυτού του τόπου. Βασανισμένοι και χαμένοι στον αδιέξοδο μηδενισμό τους βασανίζουν και όλους τους υπόλοιπους. Αντί να πάρουν θέση για τα καυτά και πολύπλοκα προβλήματα (ναρκωτικά, υπογεννητικότητα, διαφθορά, ανεργία, παιδεία, εξωτερική πολιτική) βραδυφλεγείς βόμβες στα θεμέλια της κοινωνίας, σκιαμαχούν με «αντιπάλους» που δηλώνουν πολλά και για τη δική τους ποιότητα. Η κριτική τους συνήθως επικεντρώνεται στις ανέξοδες, εθνικιστικές κορώνες του παπα-Άνθιμου, στα τραγουδάκια της Καλομοίρας ή στα τηλεοπτικά πλάνα του τέως βασιλέως Κωνσταντίνου στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου. Μέχρι εκεί μπορούν…

Θα περίμενε κάποιος η ελληνική διανόηση να στήσει πνευματικούς δρομοδείκτες, να εμπνεύσει, να προτείνει, να παρακολουθήσει τα συμβαίνοντα στο διεθνές περιβάλλον και να τα προσαρμόσει χωρίς πιθηκισμούς στις δικές μας ανάγκες, να παθιάσει, να παθιαστεί, να αφυπνίσει και να συγκρουστεί με τα κακοφορμισμένα προβλήματα μας, με ανιδιοτέλεια και στοχευμένη δράση. Τίποτα όμως. Ο τύπος διανοουμένου που παράγει η ελλαδική παρακμή αρέσκεται να πλασάρεται ως...ψαγμένος αλλά με την απνευμάτιστη νιρβάνα που τον δέρνει το πιο ψαγμένο πάνω του είναι η μύτη του.

Θα αποτελούσε αισιόδοξο σημάδι και ελπίδα εξόδου από τον παθολογικό ύπνο αν η ελληνική διανόηση καταδίκαζε ξεκάθαρα και κατηγορηματικά την απροκάλυπτη βία στα ελληνικά πανεπιστήμια από την μαφία των καθοδηγούμενων μειοψηφιών, της ασυδοσίας και του φασισμού, θα ήταν ευχής έργο να βάλει πλάτη ώστε να αλλάξουν επιτέλους χρόνιες πρακτικές και αντιλήψεις που έχουν καθηλώσει το ελληνικό πανεπιστήμιο.

Αντιθέτως, ακόμη ηχεί στα αυτιά μου τοποθέτηση για τον νόμο-πλαίσιο πανεπιστημιακού καθηγητή σε τηλεοπτικό πάνελ:

«Πρώτον, δεν υπάρχουν αιώνιοι φοιτητές γιατί ο αιώνας κρατάει εκατό χρόνια!
Δεύτερον…»